Δυσαρθρία

Δυσαρθρία ;

Ο όρος δυσαρθρία χρησιμοποιείται ως ένα συλλογικό όνομα για μια ομάδα γλωσσικών διαταραχών που απορρέουν από διαταραχές του μυϊκού ελέγχου του μηχανισμού του λόγου (δηλαδή της αναπνοής, της φώνησης, της αντήχησης, της άρθρωσης, της προσωδίας). Είναι επίκτητη ή συγγενής  λόγω κάποιας βλάβης ή καταστροφής του ΚΝΣ ή ΠΝΣ. Χαρακτηρίζεται από προβλήματα στην προφορική επικοινωνία εξαιτίας παράλυσης, αδυναμίας ή έλλειψης συντονισμού του μυϊκού συστήματος του λόγου. Μπορεί να είναι ήπια έως πολύ σοβαρή, με  αποτέλεσμα το άτομο να χάσει μερικώς ή πλήρως την ικανότητα να επικοινωνεί λεκτικά με ακρίβεια.

Η δυσαρθρία  διαχωρίζεται  στις παρακάτω κατηγορίες με τα εξής χαρακτηριστικά:

Σπαστική / Υπερτονική: αργός ρυθμός ομιλίας και ανακρίβεια άρθρωσης, τραχιά και κοπιώδης φωνή και αναπνοή, δυσκολίες παρατεταμένης εκπνοής, υπερρινικότητα, δυσκολίες βαθιάς εισπνοής και μονότονη αντήχηση.

Χαλαρή / Υποτονική: τραχιά φωνή, ασθενική φωνή, αργό ρυθμό ομιλίας, δυσκολία ελέγχου αναπνοής, υπερρινικότητα, ρινική εκπομπή, μονότονη αντήχηση, μη ακριβής παραγωγή των συμφώνων.

Υποκινητική: τρίξιμο φωνής, μη ακριβής παραγωγή των συμφώνων, διαταραγμένος έλεγχος της αναπνοής, υπερρινικότητα, ακατάλληλες παύσεις, αργός ρυθμός ομιλίας.

Υπερκινητική: τραχιά και κοπιώδη φωνή,  ανακριβή αρθρωτικά λάθη, μονότονη αντήχηση, διαταραγμένος έλεγχος της αναπνοής, ακατάλληλες παύσεις, μονότονο ρυθμό,.

Αταξική:  τραχιά φωνή, υπερβολική αναπνοή,  μεταβαλλόμενη ρινικότητα, αργός ρυθμός ομιλίας, μειωμένος τονισμός, ανακριβή αρθρωτικά λάθη.

Μικτή: τραχιά φωνή, κοπιώδης φωνή, μη ακριβή παραγωγή συμφώνων και φωνηέντων ,υπερρινικότητα, ανταγωνισμός αναπνευστικής μορφής, διαταραγμένος έλεγχος αναπνοής, κοπιώδη αναπνοή, μονότονη αντήχηση, δυσκολίες βαθιάς εισπνοής, δυσκολίες παρατεταμένης εκπνοής, αργό ρυθμό ομιλίας, υπερβολικό τονισμό, , ανακρίβεια αρθρωτικών κινήσεων.